αἰγός

αἴξ
goat
masc/fem gen sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Αιγός Πoταμόι — Sp Aigospotãmai Ap Αιγός Πoταμόι/Aigos Potamoi sen. graikų kalba Sp Egospotãmai Ap Αιγός Πoταμόι/Aigos Potamoi sen. graikų kalba L ist. mst., dab. Gelibolu (tu Gelibolu), V Turkija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • Αιγός Ποταμοί — Μικρό ποτάμι (τουρκ. Καράκοβα τσάι) στη χερσόνησο της Καλλίπολης και, κατά την αρχαιότητα, ομώνυμη μικρή πόλη στις εκβολές του, απέναντι από τη Λάμψακο. Εκεί, τον Αύγουστο του 405 π.Χ. ο σπαρτιάτικος στόλος (περίπου 200 τριήρεις) με αρχηγό τον… …   Dictionary of Greek

  • Αιγός ποταμοί — αρχαίο όνομα μικρού ποταμού στη Θράκη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Эгоспотамос — (Αϊγός ποταμός, лат. Aigos potamos = Козья река) городок и река на восточном берегу Фракийского Херсонеса. В 405 г. афиняне потерпели при устье Э. от спартанского полководца Дизандра полное поражение, решившее исход Пелопонесской войны …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • AEGAEUM Mare — vulgo Archipelago, Turcis Acdenix, teste Leunclaviô, i. e. Mare album, ut opponitur Ponto Euxino, quam Garadenix appellant, i. e. Mare nigrum, pars maris Mediterranei, Europam ab Asia dividens, in quo insulae plurimae Cyclades sunt, et Sporades.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • αιγίδα — (αιγίς). Κατά την αρχαιότητα, η λέξη υποδήλωνε οποιοδήποτε επιθετικό ή αμυντικό όπλο των θεών και κυρίως του Δία και της Αθηνάς. Ως επιθετικό όπλο σήμαινε το σύννεφο της θύελλας που εξαπέλυε τις αστραπές και περιέκλειε την έννοια της καταιγίδας,… …   Dictionary of Greek

  • κράταιγος — ο (Α κράταιγος και κραταιγών) γένος δικοτυλήδονων ξυλωδών φυτών που σύμφωνα με τη σημερινή ταξινόμηση ανήκει στην οικογένεια ροδίδες και από τον οποίο στην Ελλάδα υπάρχουν οκτώ είδη γνωστά ως μουρτζιές. [ΕΤΥΜΟΛ. < κράτ αιγος. Το α συνθετικό… …   Dictionary of Greek

  • Aigos Potamoi — Sp Aigospotãmai Ap Αιγός Πoταμόι/Aigos Potamoi sen. graikų kalba Sp Egospotãmai Ap Αιγός Πoταμόι/Aigos Potamoi sen. graikų kalba L ist. mst., dab. Gelibolu (tu Gelibolu), V Turkija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • Aigospotamai — Sp Aigospotãmai Ap Αιγός Πoταμόι/Aigos Potamoi sen. graikų kalba Sp Egospotãmai Ap Αιγός Πoταμόι/Aigos Potamoi sen. graikų kalba L ist. mst., dab. Gelibolu (tu Gelibolu), V Turkija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • Aegospotami — (Αἰγὸς Ποταμοί) or AegospotamosMish, Frederick C., Editor in Chief. “Aegospotami.” Webster’s Ninth New Collegiate Dictionary . 9th ed. Springfield, MA: Merriam Webster Inc., 1985. ISBN 0 87779 508 8, ISBN 0 87779 509 6 (indexed), and ISBN 0 87779 …   Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.